άρκτος

Ονομασία που έδωσαν οι αρχαίοι Έλληνες στα νεαρά κορίτσια τα οποία έκαναν κινήσεις ανάλογες με της αρκούδας (άρκτου) στην τελετή της γιορτής των Βραυρωνίων, στην οποία τιμούσαν τη θεά Άρτεμη τη Βραυρωνία. Η τελετή γινόταν στη Βραυρώνα της Αττικής κάθε 5 χρόνια, πιθανότατα το καλοκαίρι. Το κυριότερο μέρος της τελετής ήταν η προσέλευση 10 κοριτσιών από την Αθήνα, ηλικίας 5 έως 10 ετών, που φορούσαν ένα κροκωτό φόρεμα και σε πομπή πίσω από μια ιέρεια πήγαιναν στο θυσιαστήριο. Εκεί, ο πατέρας κάθε κοριτσιού θυσίαζε μια γίδα ενώ τα κορίτσια, σε μία εξιλαστήρια τελετή, μιμούνταν τις κινήσεις της όρθιας αρκούδας (αρκτευόμενες). To γεγονός ότι τη λατρεία της Άρτεμης ασκούσαν γυναίκες δείχνει ασφαλώς την αρχαιότητα της γιορτής, που ανάγεται στα προϊστορικά χρόνια, όταν στην κοινωνία επικρατούσε η μητριαρχία. Η μίμηση των κινήσεων της αρκούδας βασίζεται σε μύθο κατά τον οποίο μια αρκούδα σύχναζε στον δήμο των Φιλαιδών και, όταν εξημερώθηκε, έμπαινε στο εκεί ιερό της Άρτεμης. Όταν κάποτε ένα μικρό κορίτσι που έπαιζε μαζί της την πείραξε, η αρκούδα αγρίεψε και της έκοψε το αφτί. Τα αδέλφια της μικρής σκότωσαν την αρκούδα, έπεσε όμως τότε λοιμός στην Αθήνα, που τον έστειλε η Άρτεμη για να τους εκδικηθεί για τον φόνο του ζώου. Το μαντείο, που ρωτήθηκε σχετικά, γνωμοδότησε ότι έπρεπε να υποχρεώσουν τις άγαμες κόρες της περιοχής να αρκτεύουν προς τιμήν της αρκούδας. Γι’ αυτό πολλοί Αθηναίοι δεν πάντρευαν τις κόρες τους πριν αρκτεύσουν στη θεά, δηλαδή υπηρετήσουν ως ιέρειες στον ναό της για ορισμένο χρονικό διάστημα. Πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι το έθιμο είχε επιβιώσει από την εποχή που η Άρτεμη ταυτιζόταν με την αρκούδα και επομένως τη συνόδευαν ως ακόλουθες άλλες αρκούδες. Φαίνεται μάλιστα ότι και στην Αρκαδία λάτρευαν την αρκούδα ως αρχηγέτιδα μητέρα.
* * *
η (AM ἄρκτος)
1. η αρκούδα
2. «Μεγάλη και Μικρή Άρκτος» — οι ομώνυμοι αστερισμοί
αρχ.
1. ο αστερισμός της Μεγάλης Άρκτου
2. ο Βορράς, ο Βόρειος Πόλος
3. «ἑτέρα ἄρκτος» — ο Νότιος Πόλος
4. (στην Αθήνα) κορίτσι στην υπηρεσία της Βραυρωνίας Αρτέμιδος
5. είδος καβουριού.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η ελλ. λ. άρκτος συνδέεται με αρχ. ινδ. ŗksa- αβ. arša-, αρμ. arj, λατ. *orcsos > ursus, ιρλ. art. Πρόβλημα παρουσιάζει η προέλευση του συμπλέγματος -κτ-, το οποίο δεν μπορεί να ερμηνευθεί ούτε από ΙΕ.*-kt-, που θα κατέληγε σε αρχ. ινδ. -st- ούτε από IE.*-ks-, που στην Ελληνική αποδίδεται με -ξ-. Η πιο πιθανή εξήγηση είναι ότι η Ινδοευρωπαϊκή διέθετε κλειστούς φθόγγους (άηχα και ηχηρά δασέα), οι οποίοι κατά την άρθρωσή τους ακολουθούνταν από συριστικό με πολύ βραχύχρονη διάρκεια (π.χ. *ks και *g2h). Έτσι, το ελλην. σύμπλεγμα -κτ- στις άλλες ινδοευρ. γλώσσες αποδίδεται ως εξής: αρχ. ινδ. ks, αβ. š ή , αρμ. *č, λατ. *cs, αρχ. άνω γερμ. hs, ιρλ. t και ο τ. άρκτος ανάγεται σε IE. *ŗksos. Η ονομασία άρκτος δόθηκε από τους αρχαίους ήδη χρόνους σε δύο αστερισμούς (Μεγάλη και Μικρή Άρκτος), αν και το σχήμα τους δεν παρουσιάζει καμμιά ομοιότητα με την αρκούδα. Επειδή οι αστερισμοί αυτοί ανήκουν στο Βόρειο Ημισφαίριο, το ουσ. άρκτος κατέληξε να σημαίνει «Βορράς, Βόρειος Πόλος».
ΠΑΡ. άρκτειος, αρκτικός
αρχ.
αρκτεύω, άρκτιος, αρκτώος
νεοελλ.
Αρκτία, αρκτιδεύς.
ΣΥΝΘ. Αρκτούρος
αρχ.
αρκτοειδής, Αρκτοφύλαξ
μσν.
αρκτόμορφος
(μσν.-νέοελλ.) αρκτοτρόφος
νεοελλ.
Άρκτιτις, αρκτόδερμα, Αρκτοκήβος, Αρκτομήκων, Αρκτοστάφυλος].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Ἄρκτος — masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρκτος — bear fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άρκτος — η 1. για το σαρκοφάγο θηλαστικό (βλ. λ. αρκούδα). 2. όνομα δύο αστερισμών οι οποίοι βρίσκονται στο βόρειο πόλο του ουρανού και που λέγονται ο μεγαλύτερος «Μεγάλη Άρκτος» (αλλιώς «Κάραβος» ή «Αλέτρι» ή « Αλετροπόδι», «Εφταπάρθενος χορός» κτλ.) και …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Άρκτος, Μεγάλη — (Αστρον.).Ο γνωστότερος αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου, ο οποίος αποκαλείται και Μεγάλη Άμαξα. Απαρτίζεται περίπου από 150 αστέρες, ορατούς με γυμνό μάτι. Η κυριότερη ομάδα διαγράφει το σχήμα μιας άμαξας με τιμόνι, με επτά αστέρες, από τους… …   Dictionary of Greek

  • Άρκτος, Μικρή — (Αστρον.). Αστερισμός του βορείου ημισφαιρίου. Έχει σχήμα άμαξας με τιμόνι, όμοιο σχεδόν με το σχήμα της Μεγάλης Άρκτου, αλλά μικρότερο. Περιστρέφεται κατά την ορθή φορά γύρω από τον Βόρειο Πόλο σαν να στηρίζεται στο ελεύθερο άκρο του τιμονιού.… …   Dictionary of Greek

  • Μεγάλη Άρκτος — Βλ. λ. Άρκτος, Μεγάλη …   Dictionary of Greek

  • Μικρή Άρκτος — Βλ. λ. Άρκτος, Μικρή …   Dictionary of Greek

  • Ἄρκτω — Ἄρκτος masc nom/voc/acc dual Ἄρκτος masc gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄρκτω — ἄρκτος bear fem nom/voc/acc dual ἄρκτος bear fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄρκτε — Ἄρκτος masc voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.